εγκυκλοπαιδικός


εγκυκλοπαιδικός
-ή, -ό
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην εγκύκλιο παιδεία («εγκυκλοπαιδική μόρφωση»)
2. το αρσ. ως ουσ. ο εγκυκλοπαιδικός
α) αυτός που έχει γενική μόρφωση
β) στον πληθ. οι εγκυκλοπαιδιστές
3. (το ουδ.) (για συγγράμματα) αυτό που περιέχει γενικές γνώσεις («εγκυκλοπαιδικό λεξικό»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εγκυκλοπαιδικός — [энкиклопэдикос] εκ. энциклопедичкекий …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εγκυκλοπαιδικός — ή, ό επίρρ. ά 1. που ανήκει ή αναφέρεται στην εγκυκλοπαίδεια, τη γενική μόρφωση: Εγκυκλοπαιδικές γνώσεις. 2. που έχει γενική μόρφωση, ο μη ειδικός επιστήμονας. 3. (για συγγράμματα), που περιέχει γενικές γνώσεις από όλες τις επιστήμες και τέχνες:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Cuestión lingüística griega — La cuestón lingüística griega o debate lingüístico griego (en griego γλωσσικό ζήτημα, glosikó zítima o simplemente γλωσσικό, glosikó) fue una disputa que discutía si la lengua oficial de Grecia debía de ser la lengua popular (griego demótico o… …   Wikipedia Español

  • Iotacismo — El iotacismo o itacismo es una modificación fonética por la cual un fonema cualquiera (generalmente una vocal) se transforma en [i]. Se aplica principalmente al proceso ocurrido en el griego antiguo, en el que un número de vocales y diptongos… …   Wikipedia Español

  • Καταλονία — (ισπαν. Catalun∼a, καταλ. Catalunya). Ημιαυτόνομη περιοχή (32.114 τ. χλμ., 6.361.365 το 2001) της βορειοανατολικής Ισπανίας με πρωτεύουσα τη Βαρκελώνη. Ορίζεται Α από τη Μεσόγειο και Β από τα Πυρηναία και συνορεύει Ν με τη Βαλένθια και Δ με την… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.